Τι είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα;
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) ανήκει στις φλεγμονώδεις ρευματικές νόσους. Εκτιμάται ότι 1 στους 100 κατοίκους στον ελλαδικό χώρο πάσχει από ΡΑ. Οι γυναίκες προσβάλλονται περίπου 3 φορές συχνότερα από τους άνδρες. Η νόσος ξεκινά συνήθως σε ηλικία 30-50 ετών στις γυναίκες και σε ηλικία 50-60 ετών στους άνδρες. Μπορεί όμως να εμφανιστεί και σε οποιαδήποτε ηλικία. Συχνά αναφέρεται κοινώς ως «ρευματισμοί». Πρόκειται για μια περίπλοκη νόσο, που αφορά όλο το σώμα. Κυρίαρχη είναι η φλεγμονή των αρθρώσεων. Στις εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί οι δείκτες φλεγμονής να είναι αυξημένοι, χωρίς άλλη εξήγηση. Είναι μια χρόνια νόσος, η οποία δεν θεραπεύεται, αλλά αντιμετωπίζεται. Οι σύγχρονες διαγνωστικές και θεραπευτικές μέθοδοι μπορούν να οδηγήσουν στην επίτευξη σταθερότητος, την αποφυγή εξάρσεων της νόσου με επακόλουθο τις μόνιμες βλάβες στον οργανισμό.
Ποια είναι η αιτιολογία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας;
Πρόκειται για μια αυτοάνοση πάθηση. Αυτό σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται κατά λάθος στις αρθρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον του αρθρικού υμένα των αρθρώσεων, που καλύπτει το εσωτερικό της αρθρικής κοιλότητας. Αυτή η συνεχής φλεγμονή οδηγεί σε μόνιμες βλάβες των αρθρώσεων. Δεν υπάρχει σαφής αιτιολογία. Αναφέρεται ότι γενετικοί καθώς και περιβαλλοντικοί παράγοντες (όπως ιοί) μπορούν να παίξουν ρόλο στην εμφάνιση της ΡΑ.
Ποια είναι τα πιο συχνά συμπτώματα;
Συνήθως, τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται στις αρθρώσεις των δακτύλων των χεριών και των ποδιών. Πιο σπάνια, ξεκινούν οι πρώτες εκδηλώσεις από μεγαλύτερες αρθρώσεις όπως ο αγκώνας, ο ώμος, το γόνατο ή ο αστράγαλος. Κυρίαρχος είναι ο πόνος, το πρήξιμο των αρθρώσεων, δυσκαμψία ιδιαιτέρως το πρωί, η οποία βελτιώνεται με την κίνηση μέσα στη μέρα. Στα συχνά συμπτώματα ανήκουν η γρήγορη κόπωση και η κούραση. Κάτω από το δέρμα μπορεί επίσης να εμφανιστούν σκληρά, ανώδυνα εξογκώματα τα λεγόμενα ρευματοειδή οζίδια.
Υπάρχει θεραπεία για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα;
Ναι, υπάρχει. Η θεραπεία στοχεύει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συγκεκριμένου ατόμου που πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα και είναι πολύπλευρη.
-Αντιφλεγμονώδη παυσίπονα: Για την ανακούφιση από τον πόνο προτιμώνται τα αντιφλεγμονώδη παυσίπονα. Σε αυτή την κατηγορία φαρμάκων ανήκουν για παράδειγμα η ιβουπροφαίνη και η σελεκοξίμπη. Τα φάρμακα αυτά όμως δεν επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να ελεγχθεί μακροχρόνια η υπάρχουσα φλεγμονή.
-Κορτικοστεροειδή: Δίνονται στην οξεία φάση-έξαρση της νόσου με σταδιακή μείωση της δόσης (tapering).
– Συμβατικά συνθετικά ανοσοτροποποιητικά φάρμακα (csDMARDs): Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα τροποποιητικά φάρμακα της νόσου πρώτης γραμμής, όπως η μεθοτρεξάτη, η υδροξυχλωροκίνη, η λεφλουνομίδη, η σουλφασαλαζίνη. Είναι από τα παλαιότερα και πιο μελετημένα φάρμακα και στοχεύουν στο να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου. Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρονται ως csDMARD-Conventional Synthetic Disease-Modifying Antirheumatic Drugs.
– Βιολογικά τροποποιητικά αντιρευματικά φάρμακα (bDMARDs): Τα φάρμακα αυτά, γνωστά και ως βιολογικοί παράγοντες, στοχεύουν σε συγκεκριμένες θέσεις του ανοσοποιητικού συστήματος και αποτέλεσαν με την εμφάνισή τους επιτομή στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας αλλά και των ρευματικών νόσων γενικότερα. Σε αποτυχία ενός βιολογικού παράγοντα μπορεί να χορηγηθεί άλλος με επιτυχία. Παραδείγματα τέτοιων φαρμάκων είναι οι αντι-TNF παράγοντες, ριτουξιμάμπη, τοσιλιζουμάμπη. Στη διεθνή βιβλιογραφία τα συναντάμε ως „bDMARD“ ( Biologic disease-modifying anti-rheumatic drug).
– Στοχευμένο συνθετικό τροποποιητικό της νόσου (tsDMARD): Είναι η νεότερη γενιά φαρμάκων. Δρουν σε πιο συγκεκριμένες οδούς του ανοσολογικού μονοπατιού. Παραδείγματα τέτοιων φαρμακευτικών ουσιών είναι η τοφασιτινίμπη, η μπαρισιτινίμπη. Αναφέρονται διεθνώς ως tsDMARD- targeted synthetic disease-modifying antirheumatic drug.
– Τοπική έγχυση κορτικοστεροειδών: Όταν κριθεί αναγκαίο μπορεί να γίνει έγχυση παραγώγων κορτιζόνης στην άρθρωση ή τις αρθρώσεις που πάσχουν.
-Ορισμένες φορές μπορεί να είναι αναγκαίος ο συνδυασμός νοσοτροποιητικών φαρμάκων προκειμένου να επιτευχθεί ο καλύτερος έλεγχος της νόσου.
Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε νοσοτροποιητικής θεραπείας αλλά και καθόλη τη διάρκεια αυτής ακολουθείται συγκεκριμένος εργαστηριακός και κλινικός έλεγχος.
Συμπληρωματική της φαρμακευτικής θεραπείας είναι φυσικά η άθληση, η φυσικοθεραπεία και η εργοθεραπεία.
Χωρίς θεραπεία μπορεί να οδηγήσει η ρευματοειδής αρθρίτιδα σε μόνιμες βλάβες των αρθρώσεων, με παραμόρφωση και δυσκολίες στη λεπτή κινητικότητα, όπως είναι το κούμπωμα ενός φερμουάρ. Επιπλέον, επειδή πρόκειται για μια πολυσυστηματική νόσο, υπάρχει και η πιθανότητα έξω-αρθρικών εκδηλώσεων όπως είναι η προσβολή των πνευμόνων. Μια καλά ελεγχόμενη νόσος βελτιώνει και την ποιότητα ζωής και μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
