Η οστεοπόρωση είναι μια συστηματική νόσος των οστών, κατά την οποία διαταράσσεται η μικροαρχιτεκτονική των οστών. Χαρακτηρίζεται από απώλεια οστικής μάζας κάνοντας τα οστά πορώδη και εύθραυστα. Είναι γνωστή και ως «σιωπηλή νόσος», καθώς διαδράμει αργά και χωρίς συμπτώματα μέχρι την πρόκληση κάποιου κατάγματος.
Στους παράγοντες κινδύνου ανήκουν η αυξημένη ηλικία, η εμμηνόπαυση λόγω της μείωσης των οιστρογόνων στις γυναίκες, η οποία επιταχύνει την οστική απώλεια καθώς κι άλλες ορμονικές αλλαγές οι οποίες επηρεάζουν την ισορροπία ανάμεσα σε οστική απορρόφηση και δημιουργία νέου οστού. Συνήθη συμπτώματα σε προχωρημένη νόσο είναι ο πόνος στην πλάτη, για παράδειγμα μετά από κάταγμα σπονδύλου, η απώλεια ύψους και η προοδευτική δημιουργία ύβου (κυφωτική στάση).
Η πιο συνήθης εκδήλωση είναι η πρόκληση κατάγματος μετά από απλές καθημερινές κινήσεις, όπως είναι το σήκωμα μιας βαριάς σακούλας με ψώνια ή από δράση χαμηλής ενέργειας, όπως είναι η πτώση από από την όρθια θέση ή ακόμη και σε απουσία τραύματος. Τα κατάγματα αυτά έχουν σοβαρές συνέπειες γιατί υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής, ενώ η παρουσία τους αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο εμφάνισης άλλου κατάγματος.
Η πρόληψη της νόσου περιλαμβάνει μια ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D. Κυρίαρχη θέση κατέχει η άσκηση με στόχο την ενδυνάμωση των μυϊκών ομάδων ιδιαιτέρως της ράχης με σκοπό τη μείωση του πόνου και την ελάττωση των πτώσεων. Η κολύμβηση, η αερόβια άσκηση, η Yoga είναι παραδείγματα που βελτιώνουν την αντοχή, την ισορροπία και τη στάση του σώματος.
Η διάγνωση τίθεται με βάση το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό σε συνδυασμό με τον εργαστηριακό και τον απεικονιστικό έλεγχο. Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας είναι απαραίτητη για την διάγνωση της ύπαρξης οστεοπόρωσης. Ο εργαστηριακός έλεγχος βοηθά στη διερεύνηση των μορφών οστεοπόρωσης. Η νόσος μπορεί να εμφανιστεί ως συνέπεια μιας άλλης ασθένειας (δευτεροπαθής οστεοπόρωση). Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα σε συνύπαρξη με ρευματοειδή αρθρίτιδα, με ορμονική διαταραχή, με υπερθυρεοειδισμό, αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα ή χρόνια γαστρεντερική νόσο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, η οστεοπόρωση δεν προηγείται από άλλη ασθένεια (πρωτοπαθής οστεοπόρωση).
Η θεραπεία βασίζεται στην εκτίμηση των παραγόντων κινδύνου για την εμφάνιση κατάγματος στα επόμενα 10 χρόνια. Αν αυτό το ρίσκο δεν είναι υψηλό η θεραπεία μπορεί να επικεντρωθεί στην τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου για απώλεια οστού και την αποφυγή πτώσεων, χωρίς τη λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων. Σε προχωρημένη Οστεοπόρωση ή αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, τότε κρίνεται απαραίτητη η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων. Η πιο γνωστή κατηγορία φαρμάκων είναι τα διφωσφονικά, τα οποία επιβραδύνουν την απώλεια οστού. Επιπλέον συναντάμε τα νεότερα οστεοαναβολικά φάρμακα όπως Teriparatide ή Romosozumab, τους εκλεκτικούς τροποποιητές οιστρογονικών υποδοχέων, ορμονικές θεραπείες σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, τη δενοσουμάμπη που είναι ανασυνδυασμένο μονοκλωνικό αντίσωμα.